IΣΤΙΟΠΛΟΪΑ /

Σπέτσες

Η ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΛΙΔΙΩΝ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Όραμα του ευπατρίδη ευεργέτη Σωτήριου Ανάργυρου, το «Ποσειδώνιον» άνοιξε τις πόρτες του για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1914. Στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, χαρίζοντας στο νησί κοσμοπολίτικη λάμψη. Σύντομα αναδείχθηκε σε σημείο κατατεθέν του νησιού, φιλοξενώντας στους χώρους του μέλη της υψηλής κοινωνίας, της βασιλικής οικογένειας καθώς και πλούσιους Αθηναίους.

Το σημερινό όνομα των Σπετσών, το έδωσαν οι Ενετοί που τις κατέλαβαν τον 13ο αι.  και το βάφτισαν Ίζολα ντι Σπέτσια, που σημαίνει Αρωματοφόρος Νήσος, γιατί έλεγαν πως ευωδίαζε, ενώ κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν και εκείνη Πιτυούσσα, όπως και το Αγκίστρι, που ονομαζόταν Πιτυόνησος.

Και οι Σπέτσες κατοικούνταν από τα πανάρχαια χρόνια, όπως όμως και η Ύδρα, δεν είχαν παίξει κάποιο σημαίνοντα ρόλο πριν από την Επανάσταση του 1821. Το νησί (όπως και η ΄Υδρα), δέχτηκε κύματα Αρβανιτών χριστιανών προσφύγων, μετά την καταδίωξή τους από τους Τούρκους, οι οποίοι αφομοιώθηκαν από τον ντόπιο πληθυσμό και ανέπτυξαν αργότερα σημαντική ναυτική δύναμη, λόγω του διαμετακομιστικού εμπορίου που διεξήγαγαν επωφελούμενοι από τους Ρωσοτουρκικούς και Αγγλογαλλικούς πολέμους.

Να πούμε εν συντομία πως το νησί ήταν το πρώτο που επαναστάτησε, ενώ η περίφημη Σπετσιώτισσα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα ήταν η μοναδική γυναίκα στην ναυτική ιστορία που ανακυρήχθηκε ναύαρχος (μετά θάνατον), ένας τίτλος με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή εκείνη την εποχή. Όχι όμως από τους Έλληνες, αλλά από τους… Ρώσους.

Δύο εντελώς διαφορετικές απεικονίσεις της Μπουμπουλίνας. Αριστερά, σε εικονογράφηση του Έλληνα Σταύρου Παλάντσα, όπως την έχει συνηθίσει το ελληνικό κοινό με την ηρωική πιστόλα της και το αρβανίτικο κεφαλομάντηλό της (χωρίς λουλουδικά!) να καθοδηγεί το πλήρωμα του αγαπημένου της “Αγαμένωνα”, και δεξιά σε πίνακα του του Άνταμ Φρίντελ (1827) που την απεικονίζει …εξωραϊσμένα ρομαντική μελιστάλαχτη δέσποινα, σε μια ασυνήθιστη για το ελληνικό κοινό εμφάνισή της

Γόνος επιφανούς οικογένειας, και διαδοχικά 2 φορές χήρα πλούσιων καραβοκύρηδων, του Γιάννουζα και του Μπούμπουλη (εξ ου και «Μπουμπουλίνα»), η Λασκαρίνα δεν αρκέστηκε στη ζωή της μητέρας 7 παιδιών μιας πλούσιας αρχόντισσας της εποχής, αλλά έγινε η ίδια καπετάνισσα του αγαπημένου της «Αγαμέμνωνα», ενός υπέροχου μπρικιού που οι απόγονοί της παραχώρησαν στον Αγώνα.

Το θρυλικό και πανέμορφο πλοίο είχε αγοραστεί αργότερα από την ελληνική κυβέρνηση και δυστυχώς ανατινάχτηκε στον Πόρο από τον ίδιο τον Μιαούλη μαζί με άλλα πλοία του ελληνικού στόλου (1831). Ευτυχώς που δεν ζούσε τότε η Μπουμπουλίνα και δεν είδε το αγαπημένο της σκαρί για το οποίο δαπάνησε σχεδόν όλη της τη περιουσία, να λαμπαδιάζει από τα χέρια του Μιαούλη γιατί δεν θα το άντεχε.

Ο επικός «Αγαμέμνων» το πλοίο της Μπουμπουλίνας, έξω από το Ναύπλιο. Το μεγαλύτερο πλοίο της Ελληνικής Επανάστασης. Είχε μήκος 34 μέτρα και ήταν εξοπλισμένο με 18 κανόνια. Όταν το 1829 επισκευαζόταν στο ναύσταθμο του Πόρου, καθώς είχε παραχωρηθεί στην Κυβέρνηση για τον Εθνικό στόλο, το επισκέφθηκε ο Γεώργιος Σαχτούρης. Αφού έμεινε έκθαμβος από την στερεότητα και την μεγαλοπρέπεια του, είπε στον Γεώργιο Ανδρούτσο που τον συνόδευε: «Εχάθη ένας οικοκύρης εν Σπέτσαις να κρατήση δια λογαριασμό του αυτό το πλοίο, αυτόν τον βράχον;»

Σωτήριος Ανάργυρος, ένας πραγματικός ευπατρίδης

Ο περισσότερος κόσμος που επισκέπτεται σήμερα τις Σπέτσες, και ειδικά οι νεώτεροι, όταν βλέπουν το μεγαλοπρεπές «Ποσειδώνιο» πιθανόν να μην έχουν ιδέα ποιος ήταν ο δημιουργός του. Οι πιο πολλοί γνωρίζουν για το Σταύρο Νιάρχο και τη Σπετσοπούλα, λόγω τζετ σετ και κουτσομπολιού, αγνοούν όμως έναν πραγματικό ευπατρίδη που προηγήθηκε κατά πολύ των Νιάρχων, τον Σωτήριο Ανάργυρο.

Ο Σωτήριος Ανάργυρος γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1849 και υπήρξε η σημαντικότερη προσωπικότητα των Σπετσών κατά το Β΄μισό του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, στη Ρουμανία, στην Αίγυπτο, στη Γαλλία και κατόπιν στην Αγγλία, όπου ασχολήθηκε με τα καπνά. Το 1883 ο Ανάργυρος μετανάστευσε πάλι, αυτή τη φορά στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη και προσελήφθη στην μεγάλη καπνοβιομηχανία ενός αμερικανοεβραίου, την οποία και στο τέλος κληρονόμησε.

Στη συνέχεια, ο Ανάργυρος κατόρθωσε να εδραιώσει μία τεράστια βιομηχανία στο χώρο των καπνών και να επεκταθεί σχεδόν σε όλη την Αμερικανική αγορά.

Τα τσιγάρα «Murad» που είχε λανσάρει ο Σωτήριος Ανάργυρος σε όμορφη διαφήμιση της εποχής

Το 1895 επέστρεψε στις Σπέτσες, για να παντρευτεί την δεύτερη εξαδέλφη του. Μετά το γάμο την πήρε μαζί του στην Αμερική, όμως έπειτα από τρία χρόνια παραμονής εκεί αναγκάστηκε να πουλήσει τις επιχειρήσεις του, και να επαναπατρισθεί οριστικά, λόγω του νόστου που αισθανόταν η γυναίκα του για το νησί της, ενώ από την πώληση των επιχειρήσεών του εισέπραξε το ιλιγγιώδες για την εποχή εκείνη ποσό των 650.000 δολαρίων.

Μετά την επιστροφή του αποφάσισε να επενδύσει τα χρήματά του στο νησί, γεγονός που απετέλεσε την αρχή της τουριστικής ανάπτυξης των Σπετσών. Αφού αγόρασε μια μεγάλη έκταση την οποία και αναδάσωσε, δημιούργησε το περίφημο πευκοδάσος των Σπετσών και άνοιξε περιφερειακούς δρόμους στο νησί.

Το άλλοτε εκπληκτικό ανάκτορο του Ανάργυρου που ανοικοδομήθηκε το 1910, με τις επιβλητικές σφίγγες στο κατώφλι του, ρημάζει σήμερα ελλείψει κονδυλίων συντήρησης (;). Ο Σωτήριος Ανάργυρος κληροδότησε όλη του την περιουσία στο ελληνικό Δημόσιο (Υπ. Παιδείας & Οικονομίας), με τα αποτελέσματα που βλέπουμε στην εικόνα

Κατασκεύασε το εκπληκτικό ξενοδοχείο «Ποσειδώνιον», που έδωσε μεγάλη τουριστική ώθηση στις Σπέτσες και ανέδειξε το νησί σε παραθεριστικό κέντρο των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων. Βασιλιάδες, πρίγκιπες, πρωθυπουργοί και εξέχουσες προσωπικότητες από όλο τον κόσμο, βρίσκονταν κάθε καλοκαίρι στις Σπέτσες φιλοξενούμενοι στο Ποσειδώνιο.

Το 1928 οι Σπέτσες έγιναν το μόνιμο αγκυροβόλιο της περιοχής για τον αγγλικό στόλο, με αποτέλεσμα στην πελατεία του ξενοδοχείου να προστεθούν και οι αξιωματικοί του αγγλικού ναυτικού, δίνοντάς του ακόμα μεγαλύτερη αίγλη.

Άποψη των κτιρίων της «Αναργύρειου και Κοργιαλενείου Σχολής» που αναζητεί σήμερα χρηματοδοτήσεις σε ξένα πανεπιστήμια και νέους ορίζοντες δραστηριοτήτων

Η μεγαλύτερη όμως προσφορά του Ανάργυρου ήταν η δημιουργία το 1927 της «Αναργυρείου και Κοργιαλενείου Σχολής Σπετσών», που υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα πρότυπα κολλέγια της χώρας, αν όχι των βαλκανίων, και λειτούργησε μέχρι το 1983 με Έλληνες και ξένους μαθητές και διαπαιδαγώγησε πλήθος λογίων, καλλιτεχνών, επιστημόνων και πολιτικών. Μερικοί από τους σπουδαστές της Σχολής υπήρξαν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Γεώργιος Ράλλης, ο Ευάγγελος Σαββόπουλος, ο Παναγιώτης Ψωμιάδης, οι Γεώργιος και Θεόδωρος Βαρδινογιάννης, οι τρεις αδελφοί Ξενάκη, Ιάννης (μαθηματικός, αρχιτέκτονας και μουσικός), Κοσμάς (αρχιτέκτονας, πολεοδόμος, ζωγράφος και γλύπτης) και Ιάσων (φιλόσοφος) κ.α.

Η τραγική ιστορία της πρώτης Ελληνίδας ζωγράφου των νεώτερων χρόνων

Δεν θα ήταν φυσικά δυνατόν να παραλείψουμε να αναφέρουμε πως στις Σπέτσες γεννήθηκε και έζησε η πρώτη επαγγελματίας Ελληνίδα ζωγράφος των νεωτέρων χρόνων που έκανε συστηματικές σπουδές.

Η σχεδόν άγνωστη και τραγική μητέρα του θαλασσογράφου Ιωάννη Αλταμούρα, η Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα, έχοντας μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική από παιδί, προκειμένου να σπουδάσει ζωγραφική στην Ιταλία, το 1847 μεταμφιέστηκε σε άνδρα και κατάφερε να σπουδάσει ζωγραφική με το όνομα Χρυσίνης Μπούκουρας, δεδομένου ότι οι γυναίκες της εποχής δεν γίνονταν δεκτές, λόγω του αποκλεισμού τους από τη σπουδή του γυμνού!

Να σημειώσουμε ότι στην προσπάθειά της αυτή τη βοήθησε ο πατέρας της Ιωάννης Μπούκουρας, καραβοκύρης των Σπετσών και αγωνιστής του 1821, ο οποίος αργότερα αγόρασε το πρώτο λιθόκτιστο θέατρο των Αθηνών, στο σημείο που σήμερα υπάρχει η πολύπαθη Πλατεία Θεάτρου!

Πίνακας της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα, με τίτλο «Απελπισία»

Η Ελένη στην Ιταλία συνάντησε και ερωτεύτηκε τον δάσκαλό της, Σαβέριο Αλταμούρα και έκανε μαζί του τρία παιδιά, τη Σοφία, τον Ιωάννη που έγινε αργότερα διάσημος ζωγράφος, και τον Αλέξανδρο.

Η κοινή ζωή τους όμως δεν κράτησε πολύ, ενώ άρχισε το πρώτο από τα τρία πλήγματα που ρήμαξαν τη ζωή της: ο Σαβέριο την εγκατέλειψε για κάποια άλλη νεώτερή της, ζωγράφο, παίρνοντας μαζί και τον μικρότερο γιο τους, ενώ η ίδια επέστρεψε με τα δύο εναπομείναντα παιδιά της στην Αθήνα, παραδίδοντας μαθήματα ζωγραφικής στις πλούσιες Αθηναίες αρχοντοπούλες του Αρσακείου.

Το δεύτερο ήταν ότι πριν να χειροτερέψει πολύ η πάθηση της κόρη της που είχε τα πρώτα συμπτώματα φυματίωσης, την πήρε μαζί της και εγκαταστάθηκαν στο πατρικό σπίτι της στις Σπέτσες, ελπίζοντας ότι η κατάστασή της θα βελτιωθεί στο νησί. Μάταια όμως, γιατί τελικά πέθανε από την ασθένεια μόλις σε ηλικία 18 ετών. Μετά το θάνατό της η Ελένη τρελάθηκε, έβαλε φωτιά σχεδόν σε όλα της τα έργα, και έκαψε τα διπλώματά της στην αυλή του σπιτιού.

Το τρίτο ήταν ότι αργότερα, χτυπήθηκε από την ίδια ασθένεια και ενώ σπούδαζε ζωγραφική με βασιλική υποτροφία στην Κοπεγχάγη, και ο γιος της, ο Ιωάννης Αλταμούρας, ο οποίος επέστρεψε στο νησί με την κρυφή ελπίδα να θεραπευθεί, αλλά τελικά πέθανε κι αυτός στο μητρικό σπίτι των Σπετσών σε ηλικία 26 ετών!

Πίνακας του Ιωάννη Αλταμούρα, Θαλασσογραφία. Συλλογή Τσακίρογλου, Εστία Νέας Σμύρνης

Μετά το τρίτο και μοιραίο αυτό πλήγμα στη ζωή της, παρέμεινε έγκλειστη στο σπίτι της για τα επόμενα 20 χρόνια, υποφέροντας από κατάθλιψη, ακροβατώντας ανάμεσα στην άσκηση «μαγείας» προκειμένου να μπορέσει να επικοινωνήσει με τα νεκρά παιδιά της και στο Θεό, πεθαίνοντας τελικά άσημη και άγνωστη το 1900, ενώ σπάνια έβλεπε το τελευταίο παιδί που της είχε απομείνει, το μικρότερο γιο της Αλέξανδρο που είχε μεγαλώσει με τον πατέρα του.

Η τόσο τραγική ζωή της, έγινε μυθιστόρημα από την Ρέα Γαλανάκη με τίτλο Ελένη ή ο κανένας, καθώς και θεατρικό έργο.

Aυτοπορτραίτο της τραγικής ζωγράφου, ντυμένης καλόγερος

Πόσοι άραγε από τους σημερινούς νεοέλληνες που επισκέπτονται το νησί, γνωρίζουν την ύπαρξή της και τι τράβηξε για να σπουδάσει ζωγραφική; Πόσοι γνωρίζουν τι υπάρχει πίσω από τον εξαίσιο πίνακά της Απελπισία; Πόσοι γνωρίζουν τι κρύβει το, όπως λένε οι ντόπιοι, στοιχειωμένο από την απόγνωση και τη θλίψη σπίτι του Μπούκουρα στην Κουνουπίτσα, μέσα στο οποίο ετελεύτησαν δύο μεγάλοι ζωγράφοι, η Ελένη και ο γιός της Ιωάννης Αλταμούρας, φημισμένος θαλασσογράφος που αν δεν πέθαινε τόσο νέος είχε πολλά ακόμα να δώσει σαν καλλιτέχνης;

Αλλά μην ξεχνάμε, όπως γράψαμε στο άρθρο μας για την Ύδρα, τα βιντεοκλίπ που ανεβάζουν οι σύγχρονοι Έλληνες νεοβάρβαροι, μας διαφωτίζουν για το μέλλον που περιμένει μια  χώρα της οποίας οι νέοι αγνοούν την ιστορία και τον πολιτισμό της: αφανισμός.

Η σπηλιά του Μπεκίρη

Πέρα από τη σαφέστατα αρχοντική, αλλά κατά τη γνώμη μας κατά τους θερινούς μήνες αφόρητα θορυβώδη πόλη των Σπετσών, λόγω των ενοικιαζόμενων δίτροχων, το ταξίδι μας στο νησί, θα συνεχίσει με την επίσκεψη στη μυστηριώδη σπηλιά του Μπεκίρη, την θρυλική «σπηλιά της Νεράιδας» στην πασίγνωστη κινηματογραφική ταινία «Τζένη Τζένη» με τον Ανδρέα Μπάρκουλη και την Τζένη Καρέζη!

Η Τζένη Καρέζη και ο Ανδρέας Μπάρκουλης στη σπηλιά του Μπεκίρη στις Σπέτσες

 

Το εσωτερικό της σπηλιάς που διαθέτει ακόμα και μικρή παραλία!

Η σπηλιά βρίσκεται κοντά στην παραλία των Αγίων Αναργύρων και αν καταφέρετε να ρίξετε άγκυρα, είναι προσβάσιμη από τη θάλασσα με φουσκωτό, ενώ πολλά θρυλούνται για μυστικές σήραγγες και χρονομεταθέσεις! Όσοι ευαίσθητοι… σπεύσατε να το διαπιστώσετε…

Χρησιμοποιήθηκε σαν κρυσφύγετο των κατοίκων για να προστατευθούν από τους πειρατές ή τους Τούρκους. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο τόπος αποτελεί σημείο θρήνου και οιμωγών πολλών Σπετσιωτών, οι οποίοι αφού κατέφυγαν εκεί για να σωθούν από τους Τούρκους κατά τα Ορλωφικά, σφαγιάσθησαν τελικά προδομένοι από κάποιον Μπεκίρη.

Λέγεται ότι ο Μπεκίρης κάθησε έξω από την σπηλιά και φώναζε στους Έλληνες ότι το πεδίο ήταν ελεύθερο και ότι ο εχθρός εγκατέλειψε το νησί προκειμένου να βγουν. Οι Έλληνες σταμάτησαν να βγαίνουν μόνο όταν η θάλασσα βάφτηκε κόκκινη από το αίμα των σφαγμένων αδελφών τους…

Σπετσιώτικα σκαριά, τα στολίδια του Αιγαίου

Ονόματα όπως λατινάδικα, σαχτούρια, καραβοσαΐτες, σακολέβες, τσερνίκια, περάματα, βαρκαλάδες, καραβόσκαρα, μαούνες, τρεχαντήρια… στριφογυρίζουν στο μυαλό μας, μετά από μια βόλτα στο παλιό λιμάνι, στον ταρσανά των Σπετσών.

Παρά το γεγονός ότι η περιοχή δυστυχώς μετατράπηκε εδώ και πολλά χρόνια ―όπως σχεδόν όλη η Ελλάδα― σε ένα απέραντο υπαίθριο νυχτερινό κλαμπ που περιλαμβάνει εστιατόρια, μπαρ, φασαρία και ασχήμιες Ελλήνων και ξένων βαρβάρων, εντούτοις δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το ένδοξο ναυπηγικό παρελθόν του νησιού.

Η ναυπηγική τέχνη ήταν η κύρια δραστηριότητα του νησιού ήδη από τον 17ο – 18ο αιώνα. Απόδειξη ότι τα σπετσιώτικα πλοία ταξίδευαν πολύ μακρύτερα από τα όρια του Αιγαίου είναι ότι το 1748, στα αρχεία της Μάλτας, οι Σπετσιώτες είναι εγγεγραμμένοι πρώτοι απ’ όλους τους αιγαιοπελαγίτες, ότι κατέφθασαν στο λιμάνι της. Αυτό σημαίνει εξέλιξη της ναυπηγικής αλλά και της ναυτικής τους τέχνης, αφού μέχρι τότε ταξίδευαν μόνο κοντά στις ακτές, χωρίς ν’ ανοίγονται στο πέλαγος.

Σιγά σιγά η ναυπηγική άνθησε στο νησί, και τα πλοία εξοπλίστηκαν με κανόνια για να αντιμετωπίζουν τις πειρατικές επιδρομές. Αξίζει να αναφέρουμε ότι αρκετά πλοία και πληρώματα είχαν αιχμαλωτισθεί, ενώ πολλοί είχαν σκοτωθεί σε τέτοιες επιδρομές όπως οι σύζυγοι της Μπουμπουλίνας Γιάννουζας (1797) και Μπούμπουλης (1811) όπως αναφέραμε πάρα πάνω.

Οι πολεμικές κρίσεις στην Ευρώπη ενίσχυσαν αποφασιστικά τη ναυτιλία και το εμπόριο των Ελλήνων, οι οποίοι πήραν τη θέση των Γάλλων και ανταγωνίστηκαν με επιτυχία τους Άγγλους. Οι νησιώτες έγιναν κύριοι του εμπορίου, κυρίως των δημητριακών, τροφοδοτώντας τα αποκλεισμένα γαλλικά και ισπανικά λιμάνια.

Kαραβόσκαρο με ιστιοφορία μπρικιού. Το ελληνικό κράτος δε στάθηκε ικανό απ’ όσο ξέρουμε να διατηρήσει λειτουργικό ούτε ένα τέτοιο πλοίο, ώστε αφ’ ενός μεν να ταξιδεύει ακόμα, και εφ’ ετέρου δε το υπόλοιπο διάστημα να είναι επισκέψιμο μουσείο, για να θαυμάζουν οι νεώτεροι Έλληνες, καθώς και οι ξένοι επισκέπτες, τα αριστουργήματα των Ελλήνων καραβομαραγκών

Τα κέρδη που αποκόμισαν ως γνωστόν ήταν τεράστια. Τότε ναυπηγήθηκαν στις Σπέτσες μεγαλύτερα ιστιοφόρα, λατινάδικα, σαχτούρια και καραβοσαΐτες. Κάθε καπετάνιος προσπαθούσε να ξεπεράσει τον άλλον, καθώς ο ανταγωνισμός οδηγούσε σε αντιζηλίες μεταξύ των μεγάλων οικογενειών του νησιού, για το ποιος θα φτιάξει το μεγαλύτερο και το ομορφότερο καράβι, και για το ποιος θα φτάσει στα πέρατα της οικουμένης.

Κάπως έτσι τα έτη 1801-1809 Σπετσιώτες καπεταναίοι και ναυτικοί έφτασαν στις Αντίλλες, στον Άγιο Δομίνικο, στη Μαρτινίκα, ακόμα και στο Μοντεβιδέο (την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης, στη Νότια Αμερική), χωρίς Ευρωπαίο πλοηγό, πράγμα αδιανόητο για την εποχή!

Μετά τα επαναστατικά κινήματα των αδελφών Ορλώφ (1770) και του Λάμπρου Κατσώνη (1790), η Υψηλή Πύλη επέβαλε περιορισμούς στις ναυπηγήσεις. Οι Σπετσιώτες όμως κατόρθωναν να παραβαίνουν τους περιορισμούς και να κατασκευάζουν τα πλοία που ήθελαν, με τεχνάσματα και δωροδοκίες.

Ως το 1860, τα ναυπηγεία συνέχισαν με έντονο ρυθμό τις κατασκευές και οι Σπέτσες έγιναν το δεύτερο ναυπηγικό κέντρο της Ελλάδας, μετά από την Σύρο. Την περίοδο εκείνη τα περισσότερα μέρη της παραλίας ήταν καλυμμένα από ναυπηγική ξυλεία και καθημερινά εργάζονταν για την κατασκευή των πλοίων 600 ή 700 άνδρες, ενώ ο ήχος από το σφυροκόπημα ήταν αδιάκοπος.

Με την εμφάνιση του ατμού όμως η ιστιοφόρος ναυτιλία παρήκμασε και στις Σπέτσες. Το διεθνές εμπόριο περιορίστηκε αισθητά, ενώ ως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν χαθεί και τα τελευταία μεγάλα ιστιοφόρα.

Από το 1930 άρχισε μια νέα εποχή για την ναυπηγική τέχνη. Εμφανίστηκαν οι πρώτες πετρελαιομηχανές, τα καΐκια έγιναν πλέον μηχανοκίνητα, ενώ τα πανιά αποτελούσαν βοηθητικό μέσο. Ακόμα όμως και μετά από τη χρήση ντιζελομηχανών στα καΐκια, οι ταρσανάδες των Σπετσών μεγαλουργούσαν.

Οι ναυπηγήσεις μικρότερων σκαφών, κυρίως τρεχαντηριών, αυξάνονταν συνεχώς και τα ναυπηγεία δέχονταν παραγγελίες απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας. Τα σπετσιώτικα τρεχαντήρια, που αποτελούν στολίδια για κάθε λιμάνι το οποίο κοσμούν με την παρουσία τους, θαυμάζονται μέχρι σήμερα για την ομορφιά και την ποιότητα κατασκευής τους.

Ένα «επιδοτούμενο έγκλημα» κατά της ελληνικής παράδοσης

Και φτάσαμε στο σήμερα, όπου η παραδοσιακή ξυλοναυπηγική τέχνη ψυχορραγεί. Υπάρχουν πλέον πολύ λίγοι μαστόροι που φτιάχνουν παραδοσιακά σκάφη στην Ελλάδα. Οι νέοι μας, παρά την καλπάζουσα ανεργία, έχουν μάθει στην καλοπέραση, στη δουλειά του μπάρμαν και του σερβιτόρου δούλου, και δεν πηγαίνουν να μαθητεύσουν κοντά τους, να μάθουν τη δουλειά, αν και θα πληρωθούν ικανοποιητικό μεροκάματο, τα δε παλαιότερα σκάφη έχουν καταστραφεί.

Γιατί άραγε;

Γιατί άραγε ταυτοχρόνως σε χώρες της βόρειας Ευρώπης τα ανίστοιχα παραδοσιακά ξύλινα σκάφη επιδοτούνται αδρά για τη συντήρησή τους;

Μα εξ αιτίας του «επιδοτούμενου εγκλήματος». Ιδού τι εννοούμε:

Τα νοσηρά μυαλά του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου το οποίο προς όφελος των μεγάλων αλιευτικών τραστ της Βόρειας Ευρώπης, και επιχειρώντας να διαλύσει την αυτάρκεια των μεσογειακών αλιέων και ιδιαίτερα των Ελλήνων, βάσει «σατανικής» οδηγίας, μετέτρεψε εύκολα τον μεγαλύτερο παράκτιο στόλο της Ευρώπης σε καυσόξυλα, αφού έναντι ικανοποιητικών χρηματικών απολαβών μετέθεσε τους Έλληνες αλιείς από τον χώρο των επαγγελματιών, σε αυτόν των ανέργων, καταστρέφοντας ολοσχερώς τα αλιευτικά ξύλινα σκάφη τους.

Πρόκειται για την Κοινοτική Οδηγία της Ε.Ε. που από το 1991 επιδοτεί στην Ελλάδα την κατάθεση της αλιευτικής άδειας και την καταστροφή του σκάφους, με στόχο ΔΗΘΕΝ τον περιορισμό της υπεραλίευσης στη Μεσόγειο (προς όφελος φυσικά των εταιρειών-κολοσσών που δρουν στον Βόρειο Ατλαντικό. Εκείνες δεν αφανίζουν άραγε όλα τα αλιεύματα με τα πλοία ― εργοστάσια ― καθετοποιημένες μονάδες που διαθέτουν; Τα ελληνικά τρεχαντήρια τους πείραξαν…)

Ο ιδιοκτήτης λοιπόν ενός αλιευτικού σκάφους που θα επιλέξει να αποσύρει το σκάφος του, πρέπει να παραδώσει την αλιευτική άδεια, να αφαιρέσει τα εργαλεία του και εν συνεχεία να ακολουθήσει μία από τις εξής λύσεις:

  • είτε να τροποποιήσει τη χρήση του, (π.χ. να το χρησιμοποιεί για τουριστικούς λόγους),
  • είτε να το βυθίσει στη θάλασσα σε συγκεκριμένα σημεία προκειμένου να γίνει καταφύγιο ψαριών (!),
  • είτε να καταστρέψει το σκάφος.

Κάθε επιλογή και μια επιδότηση, με εκείνη ωστόσο της σύνθλιψης του σκάφους με μπουλντόζα μισθωμένη από το υπουργείο Γεωργίας να είναι η πιο προσοδοφόρα.

Για να καταλάβετε: η καταστροφή μπορεί να αποφέρει 30.000 ευρώ σε έναν ιδιοκτήτη ενός σκάφους μόλις εννέα μέτρων, (ποσό δυσανάλογα μεγαλύτερο από εκείνο που θα μπορούσε να αποδώσει στον ιδιοκτήτη η πώλησή του), ενώ η επιλογή του τουριστικού είναι σχεδόν ανέφικτη, καθότι ο πρώην αλιεύς δεν σημαίνει ότι μπορεί να κάνει και τον …ξεναγό.

Αρρωστημένο; Διεστραμμένο θα λέγαμε… έως και σατανικό.

Οι αξιέπαινες προσπάθειες του Ελληνικού Συλλόγου Παραδοσιακών Σκαφών σ’ αυτόν τον τομέα, ο οποίος πρότεινε να μην καταστρέφονται τα αλιευτικά σκάφη, αλλά να μετατρέπονται σε επιβατηγά ιδιωτικά ή επαγγελματικά σκάφη ΧΩΡΙΣ ΟΥΔΕΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΛΙΕΙΑΣ (ούτε καν καθετής), βρήκαν κλειστά τα ώτα των Βρυξελλών.

Ο θρήνος των σκαριών…

Αναδημοσιεύουμε λοιπόν τα παρακάτω από την επίσημη ιστοσελίδα του εν λόγω συλλόγου:

«… 13.000 αλιευτικά ξύλινα σκάφη έγιναν σκουπίδια και προωθήθηκαν στις χωματερές. Σήμερα επιτέλους σταμάτησε το σπάσιμο των σκαφών αυτών επειδή τα χρήματα της Ε.Ε. για τον σκοπό αυτό (προς ώρας), τελείωσαν.

Πλην όμως σαν Ελλάδα χάσαμε 13.000 ξύλινα σκαριά, τα οποία θα μπορούσαν, φέροντας την ελληνική σημαία, να περιδιαβαίνουν το Αιγαίο και το Ιόνιο πέλαγος συμμετέχοντας σε αναψυχή επιβατών, σε βοήθεια κινδυνευόντων ατόμων στη θάλασσα ή σαν περιβαλλοντολογικό μάτι και σαν μάτι αποτροπής παράνομων ενεργειών.

Δεν ήταν γέννημα καλουπιού, όπως τα σημερινά πλαστικά σκάφη, αλλά μοναδικό δημιούργημα του τεχνίτη του… Με το σπάσιμό του, πεθαίνει και η ψυχή του δημιουργού του. Γιατί ένα παραδοσιακό ελληνικό σκαρί έχει πάνω του την παρουσία και την ψυχή του καραβομαραγκού που το «ανέστησε». Εικόνες σαν κι αυτές δημιουργούν στην «Απεροπία» αποτροπιασμό, οδύνη, θρήνο και απόγνωση και πρέπει να εκλείψουν δια παντός, με πρώτο αίτημα να αποσυρθούν αμέσως οι επαίσχυντες οδηγίες και οι επαίσχυντες επιδοτήσεις

Ακολούθησε η φορολογική επιδρομή των Υπουργών Οικονομικών που εξίσωσαν τα ξύλινα παραδοσιακά σκάφη με τα ταχύπλοα πολυεστερικά μοντέρνα, αφού ΟΛΑ, καινούρια –παλαιά – μοντέρνα – παραδοσιακά – ξύλινα – πολυεστερικά – ταχύπλοα – έπρεπε να ριχτούν ΜΑΖΙ στο φορολογικό πηγάδι άντλησης εσόδων και να υπολογίζονται όλα μόνο βάσει του ολικού τους μήκους, χωρίς εξαιρέσεις […]

[…] Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ήταν η αλλαγή σημαίας και η φυγή των ελληνικών σκαφών προς την Τουρκία, την Κροατία, το Μονακό κλπ., όσον αφορά τα πλούσια μεγάλα σκάφη, και παράλληλα δυστυχώς ο παροπλισμός στην ξηρά, η καταστροφή και η απαξίωση των ξύλινων παραδοσιακών σκαφών.

[…] Το παράπονό μας έγινε βαθύ και έφερε κλάμα όταν μάθαμε ότι η γειτονική μας χώρα προς Ανατολάς (Τουρκία) επιδότησε γενναιόδωρα τα καρνάγια και τους εργαζόμενους, με αποτέλεσμα σήμερα κάποιοι Ευρωπαίοι νοσταλγοί των παραδοσιακών σκαφών να παραγγέλουν ελληνικά παραδοσιακά σκάφη στα καρνάγια της Τουρκίας!

Το θέατρο του παράλογου: παραδοσιακά ελληνικά σκάφη κατασκευάζονται πλέον στα τούρκικα καρνάγια!

[…] Σε λίγο καιρό οι νέες γενιές δεν θα ξέρουν τι είναι παραδοσιακό ελληνικό σκάφος.

[…] Δίκαιο παράπονό μας αποτελεί η απαξίωση των ελληνικών παραδοσιακών σκαφών από το σύνολο των Ελλήνων πολιτικών, όλων των πολιτικών αποχρώσεων, από την άκρα Δεξιά ως την άκρα Αριστερά» [Δεξιστερά θα λέγαμε εμείς].

Να προσθέσουμε όμως ότι ο Σύλλογος επιμένει ότι «είχαμε την ατυχία η οδηγία να ερμηνευτεί διαφορετικά ανά τις χώρες της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν απαιτεί την καταστροφή των σκαφών, ο επίτροπος της Ε.Ε. διευκρίνισε ότι είναι καθαρά εσωτερική μας υπόθεση, και ότι η οδηγία της Ε.Ε. εφαρμόζεται μονομερώς στη χώρα μας».

Η «Απεροπία» φρίττει γενικώς με την ευρωενωσίτικη Οδηγία, ειδικώς με την ερμηνεία της στην Ελλάδα, αλλά προσυπογράφει όλες τις παραπάνω δηλώσεις του Συλλόγου και εγκρίνει τις προσπάθειές του για τη διάσωση των παραδοσιακών σκαφών.

…Και η διαπλοκή σε όλο της το μεγαλείο

Από προσωπικές μας έγκυρες πηγές με πρόσβαση στη Γενική Διεύθυνση Αλιείας του Ευρωδιευθυντηρίου, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πολύ καλά τους άνομους λόγους αυτής της καταστροφής, καθώς και τη σύμπραξη των τοπικών κυβερνώντων στο έγκλημα, οι οποίοι εφ’ όσον το αποδέχτηκαν είναι όλοι συνένοχοι.

Τα ερωτηματικά είναι αναπόφευκτα:

Γιατί λείπει κατ’ εξακολούθηση στο Ελλαδιστάν η πολιτική βούληση για την προστασία των παραδοσιακών ξύλινων σκαριών;

Γιατί παράλληλα το κράτος επιδοτεί τα αυτοκίνητα-αντίκες, το στεριανό αντίστοιχο των καϊκιών; (αν και τα σκαριά φέρουν σαφώς ασύγκριτη πολιτιστική κληρονομιά, αμιγώς ελληνική, σε σχέση με τα αυτοκίνητα).

Γιατί ο ιδιοκτήτης επιδοτείται για το σπάσιμό τους, ενώ παράλληλα βάλλεται με ανελέητες φοροεπιδρομές;

Γιατί όλοι οι υπουργοί Παιδείας που πέρασαν δεν οργάνωσαν πέραν των σχολών ξυλουργικής, εξειδικευμένα τμήματα καραβομαραγκών, ούτως ώστε να συντηρούνται τα ήδη υπάρχοντα; Σήμερα είναι αδύνατον να βρεθεί Έλληνας καλαφάτης (τεχνίτης στεγανοποίησης) και πρέπει να αναζητηθεί στην… Αίγυπτο για τα μεγαλύτερα σκαριά.

Οι απαντήσεις είναι πολύ πεζές:

Πέραν των άνομων ντιρεκτίβων για τη δήθεν προστασία των μεσογειακών αλιευμάτων, πολύ φοβούμαστε ότι:

  • κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν χρησιμοποιηθεί αλλού και θα πρέπει να γίνει απόδοση των χρημάτων με άλλους τρόπους γιατί τα πρόστιμα είναι μεγάλα,
  • οι εταιρείες ιχθυοκαλλιεργειών πιέζουν ασφυκτικά για τον περιορισμό της αλιείας στην Ελλάδα!

Τέλος, γιατί «όλως τυχαίως» μετά το 2010 ξένα funds εξαγόρασαν όλες τις μεγάλες ελληνικές εταιρείες ιχθυοκαλλιεργειών που πτώχευσαν η μία μετά την άλλη, και στοχεύουν να τις συγχωνεύσουν σε μία υπερ-εταιρεία μονοπώλιο;

Διότι αν μάθετε ότι πάλι «όλως τυχαίως» τα funds αυτά θέλουν να γίνουν οι «βασιλιάδες» της ιχθυοκαλλιέργειας στην Ελλάδα, εξάγοντας ψάρια στη παγκόσμια αγορά, [πληρώνοντας όμως μισθούς Βουλγαρίας στους Έλληνες εργαζόμενους ή καλύτερα στους αλλοδαπούς μετανάστες που περιμένουν ανυπόμονα στα hot spots], θα καταλάβετε καλύτερα τη σιωπή της πολιτείας για το το έγκλημα…

Σαν να μην έφτανε όλο το παραπάνω ζοφερό σκηνικό, η νεοελλαδική πολιτεία αγνοώντας ηθελημένα ότι δεν υπάρχει Ελλάδα χωρίς θάλασσα, και δεν υπάρχει ελληνική θάλασσα χωρίς παραδοσιακά καΐκια και ψαράδες, επιδιώκοντας να ταΐζει το σε λίγο μεικτό αλλόφρον πόπολο ― πρεκαριάτο (εξαθλιωμένους Έλληνες ― παράνομους μετανάστες ― πρόσφυγες πολέμου) με φτηνά και άθλια σιτισμένα ψάρια ιχθυοτροφείων, έχει μηχανευτεί νόμους που εξισώνουν τα παραδοσιακά καρνάγια με τους καταπατητές του αιγιαλού, (τι άλλο θ’ ακούσουμε πια!), καθιστώντας παράνομους αυτούς που συνεχίζουν την τέχνη των προγόνων τους στους ίδιους χώρους μ’ εκείνους…

Αυλαία!

Αγκυροβολία

Η αγκυροβολία στις Σπέτσες το καλοκαίρι είναι σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Μέσα στο παλιό λιμάνι, δοκιμάστε να δέσετε στο μικρό μωλάκο αμέσως μετά από τα παροπλισμένα πλοία (λέμε τώρα!), αλλιώς, αν δε φυσάει πολύ, σε μια από τις δύο προβλήτες του λιμανιού. Επίσης, πάλι αν δε φυσάει και βρεθείτε εκτός σαιζόν, πλαγιοδετείτε μπροστά από το Ποσειδώνιο. Επιπλέον, «παίζουν» οι λύσεις αγκυροβολίας αρόδο σε διάφορους όρμους στα Ν, ΝΑ (Κουζουνός) και έξοδος στην πόλη εννοείται με φουσκωτό στην παραλία και ταξί δια ξηράς, ή θαλάσσιο ταξί κατ’ ευθείαν από το σκάφος, αλλιώς στην Αγία Παρασκευή, στους Αγίους Αναργύρους, και ΒΔ και στη Ζωγεριά, και πάλι ταξί.

 

Αγκυροβολία στο μικρό μώλο, πίσω από τα παροπλισμένα βαπόρια (αν βρείτε θέση)

Δυσεύρετη άδεια θέση στο λιμάνι, Αύγουστο μήνα μπροστά από το Ποσειδώνιο!

 

Χάρτης Σαρωνικού

ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ Η ΛΕΞΗ ΣΑΡΩΝΙΚΟΣ;

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο μυθικός βασιλιάς της Τροιζήνας Σάρων, ήταν μανιώδης κυνηγός, και κυνηγώντας κάποτε μια ελαφίνα η οποία έπεσε στη θάλασσα για σωθεί, συνέχισε να τη καταδιώκει κολυμπώντας, απομακρύνθηκε από τη ακτή, κουράστηκε και τελικά πνίγηκε. Από τότε, ο κόλπος ονόμαστηκε Σαρωνικός, ενώ οι δύο κόλποι, ο γειτονικός Αργολικός και ο Σαρωνικός αναφέρονται συχνά χάριν συντομίας ως Αργοσαρωνικός.

Πηγές:

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*